Την ενοχή των τεσσάρων εκπροσώπων εταιρειών που συνδέονται με το παράνομο λογισμικό Predator ανακοίνωσε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, επιβάλλοντας συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και οκτώ μηνών, από τα οποία είναι εκτιτέα τα οκτώ έτη. Το δικαστήριο δεν αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό στους κατηγορούμενους. Δόθηκε, όμως, ανασταλτικός χαρακτήρας στην έφεση που σημαίνει ότι οι καταδικασθέντες δεν θα οδηγηθούν στη φυλακή.
Στο εδώλιο βρέθηκαν οι επιχειρηματίες Γιάννης Λαβράνος, Φέλιξ Μπίτζιος, ο ιδιοκτήτης της Intellexa Ταλ Ντίλιαν και η σύζυγός του, Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου. Το δικαστήριο τους έκρινε ένοχους για παραβίαση προσωπικών δεδομένων και απορρήτου επικοινωνιών αλλά και για παράνομη πρόσβαση σε συστήματα πληροφοριών.
Σύμφωνα με την απόφαση, οι κατηγορούμενοι έδρασαν με κοινό δόλο από το καλοκαίρι του 2020 έως τα τέλη του 2021. Οι τετελεσμένες πράξεις αφορούν την παγίδευση των τηλεφώνων του Θανάση Κουκάκη, της Άρτεμις Σίφορντ και τριών ακόμη προσώπων που ενεργοποίησαν τον κακόβουλο σύνδεσμο. Επιπλέον, κρίθηκαν ένοχοι για απόπειρα παγίδευσης σε 82 περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες των Νίκου Ανδρουλάκη και Χρήστου Σπίρτζη.
Το σκεπτικό της απόφασης – Ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω έρευνας
Το δικαστήριο υιοθέτησε την πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος χαρακτήρισε το λογισμικό «απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος». Σύμφωνα με την απόφαση, επισημαίνεται ότι η πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και συνδιαλέξεις πραγματοποιήθηκε κατόπιν συναπόφασης, ενώ οι πράξεις που αφορούσαν 87 τηλέφωνα κρίθηκαν ως τελεσθείσες «κατά συρροή». Παράλληλα, το δικαστήριο αποφάσισε την οριστική παύση της δίωξης για 108 παθόντες, οι οποίοι δεν είχαν υποβάλει τη σχετική έγκληση.
Ο εισαγγελέας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω έρευνας για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης, ζητώντας τη διαβίβαση πρακτικών στην Εισαγγελία για συγκεκριμένες μαρτυρικές καταθέσεις που κρίθηκαν αμφίβολες.




