Νέα αυθαίρετη επέκταση του ΧΥΤΑ Φυλής καταγγέλλει το Δυτικό Μέτωπο, καθώς λίγο πριν τα Χριστούγεννα (στις 22/12/2025), η Ε.Ε. του ΕΔΣΝΑ αποφάσισε τη δημιουργία τείχους μήκους 1.100 μέτρων και ύψους 5,5 μέτρων ως “αντιστήριξη” για το νέο “πανωσήκωμα” χωρητικότητας 3.900.000 κ.μ. για νέα απορρίμματα. Το έργο αυτό θα κοστίσει στις τσέπες των φορολογουμένων 11.246.800 ευρώ. “Με την απόφαση αυτή η διαχείριση των απορριμμάτων στην Αττική οδηγείται σε νέα αδιέξοδα”, αναφέρεται στην ανακοίνωση του Μετώπου.
Αναλυτικά, η ανακοίνωση του Δυτικού Μετώπου έχει ως εξής:
«Χριστουγεννιάτικο μποναμά» επιφύλασσε ο ΕΣΔΝΑ στους κατοίκους της Δυτικής Αττικής και της Δυτικής Αθήνας: μια ακόμα γενναία επέκταση του ΧΥΤΑ Φυλής, του οποίου σχεδιάζεται αύξηση της χωρητικότητάς του, με ένα νέο «πανωσήκωμα» της τάξης των 3.900.000 κυβικών μέτρων, με συνολικό τίμημα 11.246.800 €. Ένα νέο τείχος, μήκους 1.100 μέτρων και ύψους 5,5 μέτρων, θα δημιουργηθεί για την αντιστήριξη του νέου “πανωσηκώματος”. Την απόφαση αυτή έλαβε η ΕΕ του ΕΔΣΝΑ, στη συνεδρίασή της, στις 22/12/2025, προκειμένου -όπως αναφέρεται- να καλυφθούν οι βραχυπρόθεσμες ανάγκες της Αττικής σε χώρους υγειονομικής ταφής, έως τα τέλη του έτους 2028.
Η εξέλιξη αυτή είναι η τελευταία μιας σειράς διαδοχικών επεκτάσεων, που ξεκίνησαν από το 2017 -όπως αποτυπώνεται στα συνοδευτικά κείμενα-, όταν έγινε πασιφανές ότι η χωρητικότητα του ΧΥΤΑ Φυλής, σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, είχε εξαντληθεί. Κομβικής σημασίας σε αυτό το «γαϊτανάκι» ήταν η «στοιχειωμένη» επιλογή του 2019 (στο τέλος της θητείας της διοίκησης Δούρου) για μια γιγαντιαία επέκταση, με το εύσχημο περιτύλιγμα της «αποκατάστασης της ΟΕΔΑ Αττικής και μεταβατικής διαχείρισης αποβλήτων». Τη σκυτάλη την πήραν και την «αξιοποίησαν» στο έπακρο οι κατοπινές περιφερειακές διοικήσεις των κ. Πατούλη και Χαρδαλιά.
Επικαλούνται με θράσος τις βραχυχρόνιες ανάγκες για χώρους ταφής, αλλά δε λένε κουβέντα για το ότι δεν έχουν κάνει το παραμικρό για να καλύψουν ούτε τις μακροχρόνιες ανάγκες για ασφαλείς χώρους τελικής διάθεσης, οι οποίες δεν είναι αμελητέες για τα επόμενα, τουλάχιστον, δεκαπέντε χρόνια, όπως έχει επανειλημμένα τεκμηριώσει το ΔΥΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ. Παραθέτουν ολόκληρο κατεβατό προμηθειών εξοπλισμού, αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, για να δικαιολογήσουν την ανικανότητά τους να πετύχουν αξιοπρεπή ποσοστά ανακύκλωσης και να περιορίσουν τις ποσότητες των σκουπιδιών που θάβονται. Πετυχαίνουν το αντίθετο, εκτίθενται (και) για την ανικανότητά τους. Ντρέπονται να παρουσιάσουν ακόμη και τα επίσημα στοιχεία του ΕΔΣΝΑ, τα οποία για το 2024 δείχνουν συνολική ανάκτηση μόνο 7,55% και ταφή στο ΧΥΤΑ Φυλής του 89,5% του συνόλου των σκουπιδιών της Αττικής.
Γι’ αυτούς φταίνε οι πολίτες που δεν ανταποκρίνονται και όχι η υποταγή τους στα εργολαβικά συμφέροντα, που επιδιώκουν με μανία πλήθος μονάδων επεξεργασίας σύμμεικτων, ως προθάλαμου των μονάδων καύσης που θα έπονται. Οι, δήθεν, «συστηματικές ενέργειές» τους δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα μεγάλο φαγοπότι, που οδήγησε σε ένα μεγαλύτερο φιάσκο, αλλά και σε ελεγκτέα οικονομικά σκάνδαλα.Κατά συρροή αυθαιρεσίες, χωρίς αντίκτυπο και χωρίς ούτε, καν, πολιτική αποδοκιμασία
Η νέα επέκταση του ΧΥΤΑ Φυλής είναι μόνο η κορυφή του «παγόβουνου». Η αδιέξοδη πολιτική που ακολουθείται έχει οδηγήσει τον ΕΔΣΝΑ σε πληθώρα αυθαιρεσιών, οι οποίες περνούν κάτω από τα «ραντάρ» των επιθεωρητών περιβάλλοντος και άλλων υπηρεσιών και οργάνων, τα οποία όφειλαν να παρέμβουν αυτεπάγγελτα. Οι κυριότερες από αυτές είναι:
· Η λειτουργία της ΟΕΔΑ Φυλής σε χώρο, στον οποίο ο ΕΔΣΝΑ δεν έχει δικαιώματα, αφού η εικοσαετής σύμβαση παραχώρησης του χώρου από το δήμο Φυλής έχει λήξει από το 2024.
· Η (παράνομη) απόθεση απορριμμάτων στο ΧΥΤΑ, αφού η σχετική άδεια έχει λήξει στις 18/9/2025, σύμφωνα με την ισχύουσα περιβαλλοντική αδειοδότηση.
· Η, κατά διαστήματα, λειτουργία της εγκατάστασης χωρίς περιβαλλοντική αδειοδότηση σε ισχύ.
· Το γεγονός ότι οι εργασίες στο «μέτωπο» της απόθεσης γίνονται με τρόπο που εγκυμονεί κινδύνους, ακόμη και για τη ζωή των εργαζομένων, όπως ομολογείται σε εισηγήσεις και αποφάσεις της ΕΕ του ΕΔΣΝΑ.
Οι ευθύνες δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην κυβέρνηση, στις κατά καιρούς διοικήσεις της περιφέρειας Αττικής και του ΕΔΣΝΑ και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρει μια απονευρωμένη -και, ταυτόχρονα, άτολμη και άβουλη- πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος, το οποίο -στην καλύτερη περίπτωση- περιορίζεται σε μια ρητορική αντιπαράθεση, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα και με μηδαμινή στήριξη των κινημάτων βάσης. Οι πολιτικές πρωτοβουλίες αιχμής απουσιάζουν, ενώ το βάρος του, πραγματικού ή υποθετικού, πολιτικού κόστους κρατά «κλειστά τα στόματα» σε κρίσιμα ερωτήματα, όπως το: μετά τη Φυλή και χωρίς αυτήν, τι;
Ας μιλήσουμε καθαρά: η χωματερή της Φυλής είναι το χαλί, κάτω από το οποίο κρύβονται όλες οι παθογένειες της διαχείρισης των σκουπιδιών της Αττικής. Αυτή η «βολική» πρακτική επέτρεψε στις κυβερνήσεις και στις περιφερειακές αρχές να αφήνουν για τους επόμενους την καυτή πατάτα της δημιουργίας νέων χώρων υγειονομικής ταφής, προκειμένου να αποφύγουν το πολιτικό κόστος. Το πολιτικό κόστος είναι ο λόγος, για τον οποίο προσπάθησαν όλοι να συντηρήσουν τη χωματερή στη Φυλή, αδιαφορώντας για το οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος. Τα «πανωσηκώματα» δεν είναι τίποτα άλλο από μια εντελώς ανορθόδοξη παράταση ζωής μιας χωματερής που θα έπρεπε να έχει κλείσει εδώ και δεκαετίες. Η εγκατάσταση της Φυλής πρέπει να κλείσει και να αποκατασταθεί περιβαλλοντικά η ευρύτερη περιοχή. Για να κλείσει πρέπει να λειτουργήσουν νέοι ασφαλείς χώροι υγειονομικής ταφή υπολειμμάτων, για όσο χρόνο αυτό είναι επιβεβλημένο, με πληθυσμιακά και χωροταξικά κριτήρια και με περιβαλλοντικά δίκαιο τρόπο.
Επιβεβλημένη η κινηματική «αντεπίθεση»
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος που διανύουμε είναι κρίσιμη για το μέλλον της διαχείρισης των αστικών αποβλήτων, στην Αττική και σε όλη τη χώρα. Το κυρίαρχο πολιτικό – οικονομικό σύμπλεγμα, προωθεί επιλογές που υποβιβάζουν την πρόληψη και την προδιαλογή των υλικών, ποντάροντας -για τις επόμενες τρεις δεκαετίες- σε υψηλά ποσοστά σύμμεικτων απορριμμάτων, σε πλήθος μονάδων μηχανικής επεξεργασίας με σκοπό την παραγωγή καύσιμης ύλης και σε μονάδες καύσης. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι λογικό να αναμένουμε την επαναφορά του κυβερνητικού σχεδίου για την κατασκευή μονάδων καύσης, μέσα από το περιτύλιγμα της επικαιροποίησης των Περιφερειακών Σχεδίων Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) και των πολυδιαφημισμένων, αλλά ακριβοθώρητων, ολιστικών σχεδίων διαχείρισης.
Ως ΔΥΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ, επαναλαμβάνουμε ότι με δεδομένες τις γενικότερες πολιτικές συμπλεύσεις στα θέματα της διαχείρισης αποβλήτων, το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί, κυρίως, από τη δυναμική που θα έχουν τα κινήματα των πολιτών και από το εύρος της απήχησης της επικαιροποιημένης πρότασης της αποκεντρωμένης διαχείρισης, με δημόσιο χαρακτήρα και με έμφαση στην πρόληψη, την επαναχρησιμοποίηση και την προδιαλογή των υλικών.




