Ο Κώστας Ήσυχος, πρώην αναπληρωτής υπουργός Άμυνας και μέλος της Π.Γ. της ΛΑΕ–ΑΑ, γνώστης των διεθνών και της Λατινικής Αμερικής, μίλησε στην ΕΚΦΡΑΣΗ και τον Βασίλη Καραβάκο με αφορμή την ωμή απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από τις ΗΠΑ.
Όπως τόνισε, παρά την εμφανή στρατιωτική επιτυχία, η Ουάσιγκτον δεν κατάφερε να ανατρέψει την κυβέρνηση της Βενεζουέλας, ενώ η επίθεσή της είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 32 Κουβανών, μελών της προσωπικής φρουράς του προέδρου, αλλά και άλλων Βενεζουελάνων στρατιωτών και πολιτών. Υποστήριξε ότι κεντρικός στόχος των ΗΠΑ είναι ο πολιτικός έλεγχος της χώρας, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο πετρέλαιο και τον ορυκτό της πλούτο.
Στο στόχαστρο Κούβα, Κολομβία και Μεξικό
Ο Κώστας Ήσυχος επισήμανε ότι στο στόχαστρο παραμένει και η Κούβα, η οποία αντέχει 67 χρόνια ολικού αποκλεισμού, ενώ ανέφερε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί πλέον ανοιχτά και χώρες όπως η Κολομβία και το Μεξικό. Υπενθύμισε ότι η Λατινική Αμερική έχει μακρά ιστορία αντίστασης απέναντι στις αυτοκρατορίες και εκτίμησε πως το ίδιο θα συμβεί και με τη Βενεζουέλα, σημειώνοντας ότι μια χερσαία επέμβαση των ΗΠΑ δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Απέρριψε ως απολύτως ψευδή τα σενάρια περί συνεννόησης Ρωσίας και Κίνας με τον Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι εξελίξεις δείχνουν μια ραγδαία πολεμική προετοιμασία για νέες συγκρούσεις και όχι ένα προσυμφωνημένο «μοίρασμα του κόσμου». Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε και την προσπάθεια περικύκλωσης της Κίνας, όπως είχε προηγουμένως γίνει με τη Ρωσία.
Αναφερόμενος στην ελληνική εξωτερική πολιτική, σημείωσε ότι η Κύπρος βρίσκεται υπό διπλή κατοχή: στρατιωτική από την Τουρκία και «σιωπηρή» μέσω της βρετανικής βάσης, της χρήσης λιμανιών για τη διευκόλυνση γαλλικών δυνάμεων και της εγκατάστασης ισραηλινών πολεμικών συστημάτων. Κατά τον ίδιο, η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη σχετικά με την απαγωγή του Μαδούρο ανοίγει τον δρόμο στον αναθεωρητισμό της Τουρκίας και του Ισραήλ, ενώ χαρακτήρισε τη σιωπή του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια εξίσου επικίνδυνη.
Ο Κώστας Ήσυχος άσκησε κριτική στην ελληνική αμυντική πολιτική, υποστηρίζοντας ότι η χώρα στρερείται αποτρεπτικού δόγματος με εθνικά χαρακτηριστικά και ότι η άμυνα στηρίζεται στη στρατηγική του ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία.
Τέλος, αναφέρθηκε στις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις, τονίζοντας ότι η ακροδεξιά στηρίζει τους πολέμους και το ΝΑΤΟ και επομένως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελεί «αντισυστημική» δύναμη. Εκτίμησε ότι υπήρχε προοπτική ενότητας της αριστεράς, με κοινή βάση τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το ΝΑΤΟ, τον πόλεμο και την ακροδεξιά, σημειώνοντας πως η ελληνική ολιγαρχία «τρέμει» μια τέτοια εξέλιξη. Υπογράμμισε, τέλος, την ανάγκη συγκρότησης ενός ισχυρού προγραμματικού «οπλοστασίου», δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στους κοινωνικούς αγώνες και ειδικά στον αγώνα των αγροτών.




