Γράφει ο Δημήτρης Τσεκούρας
Με τις διαγραφές 308.605 φοιτητών ξεκίνησε η νέα χρονιά στα πανεπιστήμια – «Πελατεία» για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια απαντούν οι φοιτητές, τονίζοντας πως πλήττονται οι φτωχότεροι – Τι δηλώνουν στην ΕΚΦΡΑΣΗ η φοιτήτρια Κοινωνιολογίας Κ. Κούτρα και ο καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής Ν. Κουραχάνης
Εφαρμόζεται και επίσημα η μεταρρύθμιση – «διακαής πόθος» της κυβέρνησης για τη διαγραφή των φοιτητών που έχουν ξεπεράσει τα ν+2 έτη σπουδών (για τις 4ετής σχολές). Παρά τις καθυστερήσεις, λόγω των αντιδράσεων, εν τέλει τα πανεπιστήμια δημοσίευσαν μέσα στις γιορτές τις λίστες με τα ονόματα των διαγραφέντων, οι οποίοι έφτασαν τους 308.605, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Παιδείας, μειώνοντας κατά το ήμισυ τον συνολικό φοιτητικό πληθυσμό.
Οι «ανενεργοί» φοιτητές, κατά την κυβέρνηση, που διαγράφηκαν, μπορούν πλέον είτε να συνεχίσουν στον εργασιακό στίβο χωρίς κάποιο πτυχίο είτε, με μερικές χιλιάδες ευρώ, να μπουν σε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο ή σε κάποιο κολλέγιο. Άλλωστε πριν από λίγα χρόνια η κυβέρνηση φρόντισε να προχωρήσει στην εξίσωση των πτυχίων ΑΕΙ και κολλεγίων.

«Διαγράφονται οι φτωχότεροι φοιτητές που αναγκάζονται να δουλεύουν»
Όπως αναφέρει στην ΕΚΦΡΑΣΗ και τον Δημήτρη Τσεκούρα ο αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Νίκος Κουραχάνης, η βασική μερίδα φοιτητών που πλήττεται από τα νέα όρια φοίτησης και τις διαγραφές είναι όσοι εργάζονται. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένας στους δύο φοιτητές εργάζεται για να καλύψει βασικές ανάγκες ή οικογενειακές υποχρεώσεις.

«Ζούμε σε μια περίοδο που το να επιβιώνει απλώς κανείς κοστίζει ακριβά. Τα ενοίκια είναι πανύψηλα, το ίδιο και οι λογαριασμοί και το σούπερ μάρκετ», επισημαίνει η Κωνσταντίνα Κούτρα, φοιτήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι ιδιαίτερα δύσκολο για τους φοιτητές να ανταποκριθούν στις ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις, ειδικά σε σχολές οι οποίες ούτως ή άλλως έχουν υψηλότερο μέσο όρο αποφοίτησης, όπως στις θετικές επιστήμες.
«Στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια καλύπτονται στέγαση και σίτιση»
Σε αυτό ακριβώς το σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία και το σχόλιο του Ν. Κουραχάνη για τη διαφορά με τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Σε πολλές χώρες που ισχύουν όρια φοίτησης (δεν υπάρχουν παντού), αυτά συνυπάρχουν με ισχυρά συστήματα φοιτητικής μέριμνας, όπως επαρκείς εστίες, επιδόματα σπουδών και πραγματική στήριξη των εργαζόμενων φοιτητών, όπως εξηγεί ο καθηγητής. «Στην Ελλάδα, όπου αυτά απουσιάζουν ή είναι ανεπαρκή, η επιβολή διαγραφών δεν λειτουργεί ως οργανωτικό μέτρο αλλά ως κοινωνικό φίλτρο που αποκλείει τους πιο αδύναμους», προσθέτει. Αρκεί να λάβουμε υπόψη πως αρκετά νέα παιδιά καθυστερούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές ή δεν τις ξεκινούν καν γιατί δεν μπορούν να φοιτήσουν μακριά από την πόλη τους για οικονομικούς λόγους ελλείψει φοιτητικών εστιών.
Πόσο κοστίζουν οι «αιώνιοι» φοιτητές;
Σε ένα βασικό ερώτημα απαντά η Κ. Κούτρα τονίζοντας ότι όσοι ξεπερνούν τα ν+2 έτη δεν προκαλούν κάποια οικονομική επιβάρυνση στα ΑΕΙ. Δεν δικαιούνται φοιτητικής στέγης ή σίτισης, ούτε καν έκπτωσης στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ δεν καταλαμβάνουν κάποια θέση άλλου υποψηφίου. «Το μοναδικό “κόστος” είναι η μία κόλλα αναφοράς που παίρνουν στην εξεταστική», λέει χαρακτηριστικά.
Ποιο πρόβλημα λύνουν οι διαγραφές;
Όπως συνηθίζεται, οι μεταρρυθμίσεις των κυβερνήσεων υιοθετούνται για να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα και να αναβαθμίσουν έναν τομέα. Η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, υποστήριξε σχετικά πως «το καθεστώς των ανενεργών φοιτητών αδικούσε τους πάντες: τα Ιδρύματα που δεν μπορούσαν να προγραμματίσουν, τους ενεργούς φοιτητές που κοπίαζαν και κυρίως τους ίδιους τους νέους μας, που έμεναν εγκλωβισμένοι, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με τις σπουδές τους». Για «αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών» έκανε λόγο, από τη μεριά του, ο υφυπουργός, Νίκος Παπαϊωάννου.

Σχολιάζοντας τα παραπάνω, ο Ν. Κουραχάνης τονίζει ότι οι διαγραφές δεν απαντούν σε κανένα πραγματικό πρόβλημα των ελληνικών πανεπιστημίων. «Δεν βελτιώνουν την ποιότητα των σπουδών, δεν αυξάνουν τη χρηματοδότηση, δεν ενισχύουν το διδακτικό προσωπικό ούτε τις υποδομές», εξηγεί. Υπογραμμίζει πως «χωρίς την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, κάθε “βελτίωση” στους δείκτες αξιολόγησης είναι επιφανειακή».
Ακόμα, αναδεικνύει και μια κρίσιμη αντιπαραθετική θέση αρχής, τονίζοντας ότι «ένα πανεπιστήμιο που αποκλείει όσους δυσκολεύονται δεν είναι καλύτερο πανεπιστήμιο, αλλά πιο κλειστό και λιγότερο δημοκρατικό». Υπενθυμίζει, έτσι, αφενός τον ρόλο των ΑΕΙ στη μαζική μόρφωση των νέων και τη διαμόρφωση της νέας γενιάς επιστημόνων. Αφετέρου, όμως, υπογραμμίζει πως πίσω από τις αξιολογήσεις, τα στατιστικά και τις λίστες των διαγραφών βρίσκονται πραγματικοί άνθρωποι με όνειρα, που για διάφορους λόγους δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους εντός των ν+2 ετών και βλέπουν τους κόπους τους να διαγράφονται.

«Δεξαμενή» πελατών για ιδιωτικά πανεπιστήμια και κολλέγια;
Πολλοί, όπως ο καθηγητής Ν. Κουραχάνης, επισημαίνουν ότι η εφαρμογή των διαγραφών συνδέεται με την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Άλλωστε, οι πιστωτικές μονάδες των φοιτητών, που διαγράφονται, μπορούν να μεταφερθούν σε αυτά και να συνεχίσουν εκεί τις σπουδές τους. «Μια ομάδα φοιτητών που αποκλείονται ωθείται να συνεχίσει τις σπουδές της αλλού, πληρώνοντας για να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε σε ένα δημόσιο ίδρυμα… Αυτό αποκαλύπτει ξεκάθαρα αυτή τη στρατηγική», λέει ο καθηγητής. «Σύμφωνα με αυτό το μέτρο, δηλαδή, δεν είσαι αρκετά ικανός να πάρεις πτυχίο αν έχεις περάσει τα ν+2 έτη — εκτός αν το πληρώσεις», σχολιάζει καυστικά και η Κ. Κούτρα.
Νέες διαγραφές στα τέλη του ‘26
Οι διαγραφές, καθώς και οι εντάσεις που αυτές έχουν φέρει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν έχουν τελειώσει. Με το άνοιγμα των σχολών οι φοιτητές ξεκίνησαν εκ νέου τις διαμαρτυρίες τους για το μέτρο προχωρώντας σε αποκλεισμούς γραμματειών, ενώ το προηγούμενο διάστημα οι διοικητικοί υπάλληλοι πραγματοποιούσαν απεργία – αποχή αρνούμενοι να καταρτίσουν τις λίστες για τις διαγραφές.
Ο δεύτερος μεγάλος αριθμός διαγραφών θα έρθει στο τέλος του 2026, και θα αφορά τα πανεπιστήμια με πενταετή προγράμματα (ν+3), όπως πολυτεχνικές, ιατρικές και γεωπονικές σχολές. Μέχρι τότε υπάρχει πολύς χρόνος για να αποδείξει η κυβέρνηση αν πραγματικά πρόκειται για αναβάθμιση των ΑΕΙ ή απλώς για ένα μαζικό «μαχαίρι» στις προσπάθειες χιλιάδων φοιτητών.



