Του Αλέξανδρου Γούλα*
Το κυριακάτικο πρωινό της 1ης Μαΐου του 1944, το φωτογραφικό υλικό και το αποτύπωμα μιας από τις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής σε τοίχο της Σχολής από φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών.
Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που δεν αντέχουν το βλέμμα. Στιγμές που η βαρβαρότητα ξεπερνά κάθε ανθρώπινο μέτρο. Η εκτέλεση των 200 την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής είναι μία από αυτές.
Και όμως, αυτό που συγκλονίζει δεν είναι μόνο η ίδια η θηριωδία. Είναι το γεγονός ότι η θηριωδία αυτή φωτογραφιζόταν. Η φρίκη δεν αρκούσε – έπρεπε και να αποτυπωθεί.
Οι πρόσφατα εμφανισμένες φωτογραφίες, που αποτυπώνουν στιγμές πριν ή κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, δεν άνοιξαν απλώς έναν φάκελο ιστορικής διερεύνησης. Άνοιξαν ένα βαθύτερο, σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα: τι σημαίνει να απαθανατίζεις τον θάνατο που εσύ ο ίδιος επιβάλλεις;
Η ναζιστική βία δεν ήταν μόνο μηχανισμός εξόντωσης. Ήταν και μηχανισμός επίδειξης δύναμης. Το να φωτογραφίζεται μια μαζική εκτέλεση δεν είναι τυχαίο. Είναι πράξη κυριαρχίας. Είναι η καταγραφή της απόλυτης εξουσίας πάνω στο σώμα του άλλου. Είναι το μήνυμα: «Μπορούμε όχι μόνο να σε σκοτώσουμε, αλλά και να κρατήσουμε τη στιγμή για πάντα». Αυτό είναι που σοκάρει βαθιά.
Για την ιστορία, οι φωτογραφίες εμφανίστηκαν προς πώληση στο eBay από ιδιώτη συλλέκτη. Εκεί ξεκινά η δεύτερη διάσταση της αντιπαράθεσης. Μπορεί μια εικόνα εκτέλεσης να αποτελεί αντικείμενο δημοπρασίας; Μπορεί η τελευταία στιγμή 200 ανθρώπων να έχει τιμή εκκίνησης; Ασφαλώς και μνήμη δεν είναι εμπόρευμα.
Η δημόσια συζήτηση δεν αφορούσε μόνο τη γνησιότητα – την οποία ορθώς εξέτασε το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας, επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα του υλικού και το έθεσε κατόπιν στην κυριότητά του – αλλά και το ηθικό βάρος της διακίνησης τέτοιου υλικού. Γιατί δεν πρόκειται απλώς για συλλεκτικά τεκμήρια, αλλά για ιστορική μαρτυρία αίματος. Η μνήμη ενός εγκλήματος δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους αγοράς.
Η εκτέλεση των 200 δεν ήταν ουδέτερο γεγονός. Οι περισσότεροι από τους εκτελεσμένους ήταν πολιτικοί κρατούμενοι, αντιστασιακοί, μέλη του Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Αυτό έδωσε στη συζήτηση και πολιτική διάσταση. Όμως η ουσία παραμένει: εκείνη την Πρωτομαγιά εκτελέστηκαν άνθρωποι ως αντίποινα. Και η πράξη αυτή ήταν έγκλημα πολέμου.
Προσωπικά, με συγκλονίζει η σκέψη ότι κάποιος στάθηκε πίσω από έναν φακό και απαθανάτισε τη στιγμή πριν από τον θάνατο. Προφανώς, δεν ήταν αρκετό να σκοτωθούν. Έπρεπε και να καταγραφούν.
Αυτό δείχνει κάτι βαθύτερο για τη φύση του ναζισμού: η βία δεν ήταν απλώς μέσο. Ήταν ιδεολογία. Και η καταγραφή της ήταν κομμάτι της επίδειξης ισχύος.
Οι φωτογραφίες πέρα από ιστορικό ντοκουμέντο αποτελούν τον καθρέφτη της ανθρώπινης σκοτεινής δυνατότητας και παράλληλα υπενθύμιση της αξιοπρέπειας και του ηρωισμού όσων στάθηκαν απέναντι στον θάνατο.
Αυτούς ακριβώς τους αγωνιστές που εκτελέστηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις το 1944 τίμησαν πολιτικοί, οργανώσεις, σύλλογοι, οι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών και πλήθος κόσμου ανήμερα της Εργατικής Πρωτομαγιάς, υπενθυμίζοντας πως η Καισαριανή δεν είναι μόνο τόπος μνήμης. Είναι δοκιμασία συνείδησης. Είναι ένα πολύτιμο ιστορικό μάθημα που κοιτάζει το μέλλον.
- Ο Αλέξανδρος Γούλας είναι αντιδήμαρχος Παιδείας στο Δήμο Ν. Φιλαδέλφειας – Ν. Χαλκηδόνας




