Το 2026 ξεκίνησε για την Κούβα με μια πραγματικότητα που είναι ένας σφιχτός κόμπος όπου δένουν μαζί το καύσιμο, το ρεύμα, η καθημερινή επιβίωση και η γεωπολιτική. Η Ουάσιγκτον, με πολιτική που στοχεύει ευθέως την ενεργειακή τροφοδοσία του νησιού, επιχειρεί να μετατρέψει το πετρέλαιο σε μοχλό πολιτικής ανατροπής της κυβέρνησης της σοσιαλιστικής Κούβας.
του Ηλία Σκυλλάκου
Και όταν αυτό γίνεται με εργαλεία που «χτυπούν» τρίτες χώρες, τότε μιλάμε για κλιμάκωση άλλου επιπέδου, καθώς πρόκειται για πίεση που επιδιώκει να απομονώσει την Κούβα από τις ζωτικές αλυσίδες εφοδιασμού της.
Το μακροχρόνιο εμπάργκο των ΗΠΑ αποτελεί το σταθερό υπόβαθρο πάνω στο οποίο χτίζεται κάθε νέα κλιμάκωση και ό,τι καινούριο μέτρο ανακοινώνει ο Τραμπ. Η Ουάσιγκτον επέβαλε για πρώτη φορά εμπορικούς περιορισμούς στην Κούβα στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και το εμπάργκο γενικεύτηκε, μετατρέποντας την οικονομική απομόνωση σε μόνιμη στρατηγική που συνεχίζεται παράλληλα με ότι νέο μέτρο γνωρίζουμε οτι επιβάλλει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός.
Στη συνέχεια, η πολιτική αυτή σκληραίνει σε κύματα, με κομβικά σημεία τον νόμο Torricelli και τον Helms–Burton, που θεσμοθέτησαν την εξωεδαφική διάσταση των κυρώσεων και επέτρεψαν την τιμωρία τρίτων που δραστηριοποιούνται ή επενδύουν στην Κούβα.
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που επί δεκαετίες αναγκάζεται να λειτουργεί με περιορισμένη πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδότηση, με δυσκολία σε τραπεζικές συναλλαγές, με εμπόδια στην αγορά φαρμάκων, ανταλλακτικών και τεχνολογίας, και με ένα μόνιμα αυξημένο κόστος εισαγωγών λόγω αποκλεισμού από αγορές και μεταφορικά δίκτυα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της κουβανικής πλευράς, οι συνολικές οικονομικές απώλειες από το εμπάργκο ανέρχονται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια διαχρονικά, ενώ ο ΟΗΕ καταδικάζει σχεδόν κάθε χρόνο τη συνέχισή του με συντριπτική πλειοψηφία κρατών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι σημερινές κινήσεις των ΗΠΑ για τον αποκλεισμό του πετρελαίου είναι η πιο επιθετική εκδοχή της ίδιας στρατηγικής που λειτουργεί συνδιαστικά.
Η πιο καθαρή ένδειξη αυτής της κλιμάκωσης είναι η αμερικανική γραμμή που «στοχεύει πλέον τα βαρέλια». Σύμφωνα με ρεπορτάζ, η αμερικανική κυβέρνηση κινείται προς το μπλοκάρισμα των πετρελαϊκών ροών προς την Κούβα, συμπεριλαμβανομένων ροών που ιστορικά έρχονταν από συμμάχους όπως η Βενεζουέλα, ενώ ταυτόχρονα συνοδεύει αυτή την πολιτική με απειλές εμπορικών μέτρων προς όσους συνεχίσουν να τροφοδοτούν το νησί.
Δεν πρέπει να μας διαφέυγει πως η Βενεζουέλα, ο ιστορικός ενεργειακός πνεύμονας της Κούβας από την εποχή Τσάβες, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της νέας κλιμάκωσης. Για χρόνια, οι αποστολές αργού και πετρελαϊκών προϊόντων από τη PDVSA προς την Κούβα αποτέλεσαν κρίσιμο στήριγμα της κουβανικής οικονομίας και της ηλεκτροπαραγωγής. Σύμφωνα με στοιχεία το 2025 η Βενεζουέλα προμήθευε την Κούβα με περίπου 26.500 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ποσότητα που κάλυπτε περίπου το ένα τρίτο των ενεργειακών αναγκών του νησιού.
Ωστόσο, μετά τις εξελίξεις του Ιανουαρίου 2026 και τη συνολική αμερικανική κλιμάκωση που αναδιαμόρφωσε βίαια το πολιτικό τοπίο στη Βενεζουέλα, οι ΗΠΑ επιδιώκουν οι πετρελαϊκές ροές από το Καράκας προς την Αβάνα να παγώσουν ολοκληρωτικά, στερώντας από την Κούβα έναν από τους πιο σταθερούς δρόμους επιβίωσης.
Το ενεργειακό ζήτημα όμως έχει και δεύτερη πλευρά: ποιος θα καλύψει το κενό. Το Μεξικό εμφανίζεται ως κρίσιμος προμηθευτής της Κούβας την τελευταία περίοδο, με την Pemex να έχει τροφοδοτήσει το 2025 το νησί με πετρέλαιο και προϊόντα μεγάλης αξίας, ενώ η μεξικανική κυβέρνηση επιμένει ότι πρόκειται για νόμιμη εμπορική σύμβαση, την ίδια ώρα που δέχεται πολιτική πίεση από τις ΗΠΑ με απειλές για δασμούς.
Στο πλαίσιο αυτό, η Πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούντια Σάινμπαουμ, ανακοίνωσε την Κυριακή 1 Φεβρουαρίου ότι η κυβέρνησή της συντονίζεται με την πρεσβεία της Κούβας για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας .
Μέσω του Μεξικανικού Ναυτικού, θα μεταφέρει τρόφιμα και απαραίτητα εφόδια για την αντιμετώπιση των επειγουσών αναγκών του κουβανικού λαού, ενισχύοντας μια μακροχρόνια πολιτική αλληλεγγύης που χαρακτηρίζει το έθνος. Παράλληλα επισήμανε πως δεν ειναι διατεθημένο το Μεξικό να σταματήσει να στέλνει πετρέλαιο στη Κούβα.
Παράλληλα, η Ρωσία δηλώνει ότι θα συνεχίσει να προμηθεύει πετρέλαιο την Κούβα, στέλνοντας μήνυμα ότι δεν θα αφήσει τη χώρα να «στεγνώσει» ενεργειακά.
Εκεί ακριβώς μπαίνει και το στοιχείο της «δευτερογενούς» τιμωρίας. Νομικές αναλύσεις για το σχετικό εκτελεστικό πλαίσιο στις ΗΠΑ το περιγράφουν ως μηχανισμό που ανοίγει τον δρόμο για επιβολή πρόσθετων δασμών σε εισαγωγές από χώρες που σχετίζονται με την τροφοδοσία του νησιού με πετρέλαιο. Με απλά λόγια: «αν βοηθάς την Κούβα να κρατήσει αναμμένα τα φώτα, θα πληρώσεις κι εσύ».
Σε αυτό το σημείο και ο διεθνής παράγοντας αρχίζει να μιλά πιο ανοιχτά για ανθρωπιστικό κίνδυνο. Πρόσφατα δημοσιεύματα με αναφορά σε προειδοποιήσεις του ΟΗΕ κάνουν λόγο για τον κίνδυνο «ανθρωπιστικής κατάρρευσης» εάν η ενεργειακή αποκοπή και η οικονομική ασφυξία συνεχιστούν, ειδικά σε μια χώρα όπου η ηλεκτροπαραγωγή και η μεταφορά εξαρτώνται κρίσιμα από το καύσιμο.
Στο ίδιο κλίμα, ο Πάπας Λέων κάλεσε ΗΠΑ και Κούβα σε «ειλικρινή και αποτελεσματικό διάλογο», υπογραμμίζοντας ότι η κλιμάκωση μπορεί να σπρώξει τον πληθυσμό σε βαθύτερα δεινά. Αυτές οι παρεμβάσεις δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά δείχνουν ότι η διεθνής εικόνα της αμερικανικής επιθετικότητας παρουσιάζεται πια ως κόμβος που ακουμπά στα όρια της κοινωνικής αντοχής.
Το κρίσιμο ερώτημα για το 2026 είναι αν η στρατηγική της Ουάσιγκτον θα πετύχει τον σκοπό της ή αν θα αναπαράγει το γνωστό αποτέλεσμα, δηλαδή τη μετατροπή της οικονομικής πολιορκίας σε μηχανισμό συσπείρωσης, σε μια κοινωνία που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα στο εμπάργκο.
Απέναντι σε αυτή την επιχείρηση στραγγαλισμού, η διεθνής αλληλεγγύη είναι αναγκαίος όρος πολιτικής αντίστασης.
Η Κούβα δεν μπορεί να αφεθεί μόνη της, γιατί αυτό ακριβώς επιδιώκει ο ιμπεριαλισμός. Η ενίσχυση των διεθνών δεσμών, η καταγγελία του εμπάργκο και η έμπρακτη οικονομική αλληλεγγύη μπορούν να λειτουργήσουν ως ρήγμα στην πολιορκία. Γιατί μόνο έτσι τα σχέδια της Ουάσιγκτον θα πέσουν στο κενό και η Κούβα θα συνεχίσει να στέκεται ως σύμβολο αξιοπρέπειας που κανένας αποκλεισμός δεν μπορεί να γονατίσει.
Ο Ηλίας Σκυλλάκος είναι δημοσιογράφος. Εργάζεται στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ). Αρθρα του και αναλύσεις φιλοξενούνται στην Εφημερίδα των Συντακτών (Εφ.Συν.), στο ανεξάρτητο ενημερωτικό δίκτυο The Press Project, κ.α. Ειναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Journalists Network For Palestine – Greece (JNFP-GREECE).




