Τα ευρωπαϊκά κράτη θα εξάγουν βιομηχανικά προϊόντα στη Λατινική Αμερική και θα εισάγουν φτηνά αγροτικά προϊόντα, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για τους αγρότες της Ευρώπης – Σοβαρές ανησυχίες και για την ποιότητα των προϊόντων
Μετά από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκριναν τη συμφωνία εμπορίου με τη Mercosur, την ένωση που αποτελείται από τις Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη και Βολιβία.
Για να εγκριθεί χρειαζόταν τις ψήφους πάνω από των μισών κρατών μελών, δηλαδή τουλάχιστον 15 από τις 27. Αυτές κατάφερε να τις βρει, παρά τις αρνητικές ψήφους Γαλλίας, Πολωνίας, Αυστρίας, Ιρλανδίας και Ουγγαρίας, καθώς και την αποχή του Βελγίου. Στις θετικές ψήφους και αυτή της Ελλάδας.

Τι προβλέπει η συμφωνία
Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου προβλέπει την εξαγωγή οχημάτων, μηχανημάτων, κρασιών και αλκοολούχων ποτών προς τις παραπάνω χώρες της Λατινικής Αμερικής και την εισαγωγή βοδινού κρέατος, ζάχαρης, ρυζιού, μελιού και σόγιας στην Ευρώπη, μηδενίζοντας τους δασμούς.
Στόχος των ευρωπαϊκών κρατών είναι το άνοιγμα των βιομηχανιών σε νέες αγορές 280 εκατομμυρίων καταναλωτών, για αντισταθμιστούν οι επιχειρηματικές απώλειες από τους αμερικανικούς δασμούς και να μειωθεί η εξάρτησή της από την Κίνα, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Κέρδη για τις βιομηχανίες – Άνισος ανταγωνισμός για αγρότες και κτηνοτρόφους
Πρόκειται δηλαδή για μία συμφωνία ιδιαίτερη επικερδή για τις βιομηχανίες της «Γηραιάς Ηπείρου», η οποία θα προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλο ανταγωνισμό στους Ευρωπαΐους αγρότες. Οι τελευταίοι θα έχουν να αντιμετωπίσουν τις πολύ χαμηλότερες τιμές των προϊόντων της Λατινικής Αμερικής, σε μια περίοδο όπου ούτως ή άλλως ο αγροτικός τομέας βιώνει σοβαρά προβλήματα.

Σύμφωνα με το Politico, από τους πρέσβεις της ΕΕ εγκρίθηκαν απλώς κάποιες πρόσθετες δικλίδες ασφαλείας για την αγροτική αγορά, οι οποίες θα ενεργοποιούνται σε περίπτωση απότομης αύξησης των εισαγωγών από τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη.
Μεγάες αντιδράσεις και από τους Έλληνες παραγωγούς
Την έντονη αντίθεση στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τη Mercosur έχουν εκφράσει και οι Έλληνες παραγωγοί, κάνοντας λόγο για «βαρύτατο πλήγμα» στον πρωτογενή τομέα. Τονίζουν ότι η αγορά θα κατακλυστεί από φθηνά προϊόντα της Mercosur (κυρίως βόειο κρέας και πουλερικά) που παράγονται με πολύ χαμηλότερα περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα από τα ευρωπαϊκά. Αυτό δημιουργεί συνθήκες άνισου ανταγωνισμού, καθώς οι Έλληνες παραγωγοί καλούνται να επωμιστούν τα υψηλότερα κόστη για τη συμμόρφωση με τα πρότυπα ασφαλείας, τα οποία δεν ισχύουν στη Λατινική Αμερική.
Άλλη μια σοβαρή ένσταση είναι στο θέμα των ελληνικών ΠΟΠ προϊόντων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στη φέτα: παλαιότερες συμφωνίες επέτρεψαν σε τοπικούς παραγωγούς στη Λατινική Αμερική να χρησιμοποιούν το όνομα, και η τρέχουσα συμφωνία δεν επιβάλλει άμεση διακοπή, αλλά προβλέπει μεταβατική περίοδο. Αυτό θεωρείται από Έλληνες εκπροσώπους ως «τριπλά καταστροφικό» για τη διάρθρωση της μικρομεσαίας ελληνικής αγροτιάς.

Ανησυχία για τα «Νέα Μεταλαγμένα»
Ενώσεις καταναλωτών έχουν σταθεί (όπως το ΙΝΚΑ) στέκονται ιδιαίτερα στην υποβάθμιση της ασφάλειας των τροφίμων. Η κύρια ένσταση αφορά στην ανηυσχία πως τα προϊόντα από τη Mercosur βασίζονται σε γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και φυτοφάρμακα, τα οποία είναι απαγορευμένα στην Ευρώπη.
Υπάρχουν ευκαιρίες για εξαγωγές;
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η συμφωνία, καταργώντας τους υψηλούς δασμούς σε εμβληματικά ευρωπαϊκά προϊόντα, θα ανοίξει το δρόμο και για τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων. Για την Ελλάδα, αυτό ανοίγει την πόρτα σε μια τεράστια αγορά για το ελαιόλαδο, τις ελιές και τα κρασιά, τα οποία σήμερα επιβαρύνονται με δασμούς έως και 35% στις χώρες της Mercosur. Η συμφωνία υπόσχεται την προστασία 344 Γεωγραφικών Ενδείξεων (συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών), γεγονός που διευκολύνει τη διείσδυση των ελληνικών brands. Φυσικά θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η κατάσταση των αγορών στις παραπάνω χώρες, που μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα κερδοφόρο για τα ελληνικά προϊόντα.




